Παραγραφή.

Απόρριψη αγωγής του υποκατασταθέντος ασφαλιστή

Εθνική μεταφορά πραγμάτων πλειόνων παραληπτών (συλλογική μεταφορά) από την Αθήνα στην Πάτρα εφαρμογή του ΕμπΝ. Ασφαλιστική υποκατάσταση. Η εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 107 ΕμπΝ δεν συμπληρώνεται κατά την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 2496/1997 «πριν από την παρέλευση έξι 6 μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων». Κατά τη μεταφορά ξέσπασε φωτιά στο πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού, η οποία επεκτάθηκε γρήγορα με αποτέλεσμα να καούν ολοσχερώς τα μεταφερόμενα πράγματα. Μετάσταση κίνδυνου, από τον πωλητή στον αγοραστή. Τόπος εκπλήρωσης της παροχής του πωλητή είναι ο τόπος που έχει την κατοικία του ή την επαγγελματική τoυ εγκατάσταση με αίτηση όμως του αγοραστή είναι δυνατό να ζητηθεί η εκπλήρωση της ενοχής σε διαφορετικό τόπο. Στην περίπτωση αυτή ο αγοραστης φέρει τον κίνδυνο της μεταφοράς από το χρονικό σημείο της παράδοσης για αποστολή. Στην ένδικη περίπτωση παρά το γεγονός ότι στην αγωγή ανεφέρετο ότι οι πωλητές είχαν κρατήσει τον κίνδυνο της μεταφοράς, το Δικαστήριο δέχτικε ότι ο κίνδυνος είχε μεταστεί στους αγοραστές. Τούτο ανεγράφετο στα τιμολόγια – δελτία αποστολής. Ο αντίθετος ισχυρισμός ότι οι πωλητές είχαν κρατησει για τους εαυτούς τους τον κίνδυνο της μεταφοράς που κατέθεσε η μάρτυρας, αυτή δεν ανέφερε την πηγή της γνώσης της και στην αρχή της κατάθεσης της ανέφερε ότι η γνώση της προκύπτει μόνο από έγραφα. Απόρριψη αγωγής του υποκατασταθέντος ασφαλιστή λόγω μη νομιμοποίησης του στην έγερση της αγωγής.

Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997 «Ασφαλιστική σύμβαση τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις», αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Η αγωγή του ασφαλιστή που υποκαταστάθηκε κατά του τρίτου που ευθύνεται για τη ζημία έχει ως βάση την αγωγή που ο ασφαλισμένος θα ασκούσε κατά του τρίτου υποχρέου, δεδομένου ότι ο τελευταίος έχει απέναντι στον ασφαλιστή κατ άρθρα 462, 463 Α Κ τις υποχρεώσεις και τις ενστάσεις που είχε και απέναντι του ασφαλισμένου μέχρι το χρόνο που καταβλήθηκε σ’ αυτόν το ασφάλισμα με εξαίρεση ενστάσεις που πηγάζουν από παράβαση κάποιου όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, γιατί αυτές είναι ενστάσεις που απορρέουν από το δικαίωμα τρίτου και είναι ανεπίτρεπτες, εκτός αν αμέσως ή ευθέως συνάπτονται με την ενεργητική νομιμοποίηση του ασφαλιστή που υποκαθίσταται. Επομένως, ο ασφαλιστής που αποζημίωσε τον ασφαλισμένο, εγείροντας, ως υποκατάστατος εκείνου, την αγωγή αποζημίωσης κατά του μεταφορέα οφείλει για την πληρότητα αυτής κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ να επικαλεσθεί α) την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης χερσαίας μεταφοράς, β) την παράδοση των προς μεταφορά πραγμάτων στον μεταφορέα, γ) την απώλεια ή βλάβη των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς και τη ζημία που επήλθε εξ αυτής και δ) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο που υπέστη ζημία, σε εκτέλεση της υφιστάμενης ασφαλιστικής σύμβασης (ΕφΑΘ 736/2004 ΔΕΕ 2005, 65, ΕφΑΘ 3293/1996 ΔΕΕ 1997, 302). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 111 ΕισΝΑΚ, εισάγεται εξαίρεση του καθιερούμενου με το άρθρο 345 Α Κ κανόνα για οφειλή τόκων μόνον επί υπερημερίας του οφειλέτη. Προκύπτει δε από τη διάταξη αυτή ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, δηλαδή η εμπορική ιδιότητα του οφειλέτη και του δανειστή κατά το χρόνο γένεσης της απαίτησης, και η προέλευση της απαίτησης από εμπορική και για τους δύο αιτία, η οποία είναι δυνατόν να έχει ως γενεσιουργό λόγο όχι μόνο δικαιοπραξία αλλά και αδίκημα, η υποχρέωση προς καταβολή τόκων αρχίζει από τη στιγμή που το χρέος κατέστη απαιτητό, δηλαδή από τη γένεσή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 323 Α Κ, εφόσον δε συνάγεται κάτι διαφορετικό «ούτε από τη δικαιοπραξία ούτε από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης». Η ανωτέρω όμως διάταξη δεν έχει εφαρμογή επί της αξίωσης του υποκατασταθέντος ασφαλιστή κατά του τρίτου, οφειλέτη του ασφαλισμένου, διότι η αξίωση αυτή του ασφαλιστή δεν πηγάζει από την ασφαλιστική σύμβαση, αλλά από την αυτοδικαίως κατά το άρθρο 14 του ν. 2496/1997 μεταβιβασθείσα σε αυτόν απαίτηση του ασφαλισμένου δανειστή. Συνεπώς, λόγω της διαδοχής, υποκατάστασης, που επέρχεται στο πρόσωπο του δανειστή, ο οφειλέτης έμπορος δεν καθίσταται υπερήμερος για το καταβληθέν από τον ασφαλιστή ποσό, χωρίς προηγούμενη όχλησή του από τον ασφαλιστή (ΑΠ 1715/2007 ΔΕΕ 2008, 349).

Με την υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενο της διορθώθηκε παραδεκτά κατά άρθρο 224 ΚΠολΔ, ιστορείται ότι η ενάγουσα είχε καταρτίσει την αναφερόμενη σύμβαση ασφάλισης, στην οποία υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για την περίπτωση πυρκαγιάς, υπέρ των δικαιούχων των εκάστοτε ασφαλισμένων εμπορευμάτων, με την επίσης, αναφερόμενη στην αγωγή, παραγγελιοδόχο εταιρία μεταφορών. Εξαιτίας της ολοσχερούς καταστροφής, λόγω πυρκαγιάς, των μεταφερόμενων, περιγραφόμενων στην αγωγή, εμπορευμάτων, από τον προστηθέντα οδηγό του εναγόμενου μεταφορέα, στον οποίο ανέθεσε η παραγγελιοδόχος τη μεταφορά τους, η ενάγουσα κατέβαλε στους δικαιούχους αποζημίωσης, πωλητές αυτών, το αναφερόμενο ασφάλισμα, για τη ζημία που υπέστησαν, δηλονότι, κατά τα συμφωνημένα με τους αγοραστές τους, διατηρούσαν τον κίνδυνο από τυχαία καταστροφή των εμπορευμάτων τους κατά τη μεταφορά τους.

Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα, η οποία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα των δικαιούχων -πωλητών, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος μεταφορέας, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 56.214,54 6, που αντιστοιχεί στην αξία των καταστραφέντων εμπορευμάτων που κατάβαλε στους αναφερόμενους ανωτέρω δικαιούχους, με το νόμιμο τόκο από την 14.11.2008, ημερομηνία ζημίας, οπότε το χρέος από εμπορική αιτία έγινε απαιτητό, άλλως το ποσό των 30.829,58 € από 15.04.2009, το ποσό των 15.715,81 € από 27.04.2009 και το ποσό των 9.669,15 από 11.05.2009, οπότε τα ανωτέρω επί μέρους ποσά καταβλήθηκαν από την ενάγουσα ως αποζημίωση και ποκαταστάθηκε στα δικαιώματα των ως άνω δανειστούν του εναγόμενου από εμπορική αιτία, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα με αριθμό 060299, 060300, 192415 και 380871 υπό σειρά Λ αγωγόσημα, με τα επικολλημένα επί αυτών ένσημα), παραδεκτά και αρμοδίως, καθ’ ύλη και κατά τόπο, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 1, 2, 7, 9, 12, 14 παρ. 2 και 22 ΚΠολΔ). Περαιτέρω είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον γίνεται αναφορά στην αγωγή ότι οι πωλητές των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, κατά τη σύναψη των συμβάσεων πώλησης, διατήρησαν τον κίνδυνο από την τυχαία καταστροφή των πωληθέντων πραγμάτων κατά τη μεταφορά. Συμφωνήθηκε συνεπώς, ρύθμιση του κινδύνου, διαφορετική από τη ρυθμιζόμενη στην ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 524 Α Κ., έτσι ώστε κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή να προκύπτει ότι η ενάγουσα, υποκαθιστάμενη στα δικαιώματα των πωλητών, ασκεί υπαρκτή αξίωση αποζημίωσης, καθόσον οι τελευταίοι, δεδομένου ότι διατήρησαν τον κίνδυνο των εμπορευμάτων τους, υπέστησαν ζημία, απορριπτομένου του σχετικού περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμού του εναγόμενου, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή η ειδική συμφωνία βάση της οποίας ο κίνδυνος παρέμεινε στην πλευρά των πωλητών. Πρέπει εξάλλου, στο σημείο αυτό να αναφερθεί, ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν μπορεί να θεμελιωθεί νόμιμη βάση της αγωγής στις διατάξεις περί αδικοπραξίας 914 επ. ΑΚ, δηλονότι δε γίνεται στο κρινόμενο δικόγραφο μνεία των στοιχείου της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας, στοιχείων αναγκαίων, μαζί με το παράνομο και τη ζημία, για το ορισμένο της αγωγής που στηρίζεται στην αδικοπραξία (βλ. ΑΠ 1676/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 219/2006 ΝΟΜΟΣ). Συγκεκριμένα δε γίνεται αναφορά των πραγματικών εκείνων περιστατικών που συνιστούν υπαίτια τη συμπεριφορά του μεταφορέα ή του προστηθέντος του, συνδεόμενη αιτιωδώς με την απώλεια των εμπορευμάτων, χωρίς να αρκεί η αναφορά ότι ο μεταφορέας υποχρεούται να φροντίζει με κάθε τρόπο για την ασφαλή μεταφορά των εμπορευμάτων από την παραλαβή τους προς μεταφορά μέχρι την παράδοση στον παραλήπτη (ΕφΠειρ 767/2009 ΔΕΕ 2010, 82). Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη ως προς την επιχειρούμενη θεμελίωση της στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. και πρέπει να απορριφθεί ως προς τη βάση αυτή ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω, η αγωγή κατά το μέρος, που κρίθηκε παραδεκτή, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 11, 14 παρ. 1, 20 ν. 2496/1997, 95, 97, 102 ΕμπΝ, 340, 346 ΑΚ, 176, 907 και 908 περ. στ’ ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα για την επιδίκαση τόκων για τα χρονικά διαστήματα πριν την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στον εναγόμενο, που είναι νόμο αβάσιμο σύμφωνα και με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση.

Σύμφωνα με το άρθρο 107 του ΕμπΝ, η εξάμηνη παραγραφή κάθε αξίωσης κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς και του μεταφορέα για απώλεια ή αβαρία των μεταφερομένων εμπορευμάτων εντός της ελληνικής επικράτειας αρχίζει, αν πρόκειται για απώλεια από την ημέρα που έπρεπε να συντελεσθεί η παράδοση των εμπορευμάτων και αν πρόκειται για βλάβη αυτών, από την ημέρα της παραλαβής τους. Στην περίπτωση της υποκατάστασης του ασφαλιστή, η παραγραφή των αξιώσεων του λήπτη της ασφάλισης κατά του τρίτου έναντι αυτού δεν συμπληρώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 2496/1997 «πριν από την παρέλευση έξι (6) μηνών από την υποκατάσταση και εφόσον αυτή έλαβε χώρα πριν από την παραγραφή ή την απόσβεση αυτών των αξιώσεων» (ΕφΠατρ 721/2005 ΔΕΕ 2006, 1173).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 102, 103, 104, 105 και 107 ΕμπΝ και 330, 681, 685 και 690 Α Κ συνάγεται ότι επί χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων, που αποτελεί ειδικά ρυθμισμένη περίπτωση σύμβασης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη η απώλεια, ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα χωρίς βλάβη ή απώλεια σε ορισμένο τόπο, ευθυνόμενος μέχρι ανωτέρα βία, για κάθε απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων από την παραλαβή μέχρι την παράδοση τους είτε αυτός ενήργησε τη μεταφορά τους προσωπικά είτε με άλλο υποκατάστατο πρόσωπο (ΕφΠειρ 767/2009 ΔΕΕ 2010, 82, ΕφΑΘ 5736/2004 ΔΕΕ 2005, 65). Δηλαδή, με τις πιο πάνω διατάξεις καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του χερσαίου οδικού μεταφορέα, ο οποίος απαλλάσσεται, μόνο αν η απώλεια ή η βλάβη ή η καθυστέρηση των πραγμάτων οφείλεται σε_ ανωτέρα βία, δηλαδή σε γεγονός τυχαίο κι απρόβλεπτο, το οποίο δεν είναι δυνατόν ν’ αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 742/1998 ΕλλΔνη 39, 1440, ΕφΑΘ 8305/2006 ΝΟΜΟΣ). Ο εναγόμενος με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις του και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ιστορεί ότι η ενάγουσα δε διαθέτει ενεργητική νομιμοποίηση, καθόσον καταβάλλοντας το ασφάλισμα στους πωλητές, δεν υποκαθίσταται σε υπαρκτό δικαίωμα αποζημίωσης, καθόσον οι τελευταίοι δεν έχουν υποστεί ζημία, γιατί ο κίνδυνος της τυχαίας καταστροφής βαρύνει τους αγοραστές, ο ανωτέρω ισχυρισμός, μολονότι χαρακτηρίζεται ως ένσταση ενεργητικής νομιμοποίησης, στην ουσία συνιστά άρνηση της αγωγής του εναγόμενου. Περαιτέρω, ιστορεί ότι παρήλθε ο χρόνος της εξάμηνης παραγραφής του άρθρου 107 ΕμπΝ, από τις 14.11.2008 οπότε και έλαβε χώρα η καταστροφή των εμπορευμάτων, μέχρι την επίδοση της αγωγής σε αυτόν, στις 18.09.2009, με συνέπεια πάσα αξίωση κατά του μεταφορέα από τη σύμβαση μεταφοράς να έχει παραγραφεί.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω ισχυρισμός, που προβλήθηκε παραδεκτά, συνιστά ένσταση παραγραφής, είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 107 ΕμπΝ και 247 επ. Α Κ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Τέλος εκθέτει ότι η καταστροφή των εμπορευμάτων οφείλεται σε ακαταμάχητη δύναμη, που ως όρος ταυτίζεται με την ανωτέρα βία και ειδικότερα είτε σε σπινθήρες που προκλήθηκαν από την τριβή των φορτωμένων χαλύβδινων σωλήνων είτε υπολείμματα καπνίσματος που έπεσαν στο χώρο φόρτωσης. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω ισχυρισμός, που προτάθηκε παραδεκτά και είναι επαρκώς ορισμένος, δηλονότι η διαζευκτική παράθεση πραγματικών περιστατικών, ως λόγων ανωτέρας βίας, αφορά στην ιστορική βάση της ένστασης και όχι στο αίτημα που παραμένει το ίδιο, υπό αμφότερες τις εκδοχές, με συνέπεια να μην προκύπτει αοριστία, συνιστά ένσταση ανωτέρας βίας, η οποία είναι νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Η ενάγουσα, νόμιμα, με την προσθήκη στις προτάσεις, προβάλει ότι κατέβαλε το ασφάλισμα στους αναφερόμενους δικαιούχους πωλητές των καταστραφέντων εμπορευμάτων τμηματικά σε τρεις δόσεις την 15.04.2009, την 27.04.2009 και την I 1.05.2009, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο από τη συμπλήρωση του χρόνου της εξάμηνης παραγραφής από την 14.11.2008, οπότε έλαβε χώρα η ζημία και αναμενόταν να γίνει η μεταφορά αυτών, με συνέπεια η παραγραφή των αξιώσεων των ανώτεροι κατά του εναγόμενου στην προκείμενη περίπτωση να μη συμπληρώνεται πριν την παρέλευση έξι μηνών από την υποκατάσταση της ενάγουσας. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω ισχυρισμός, που προτάθηκε παραδεκτά, είναι ορισμένος και συνιστά αντένσταση στην ως άνω ένσταση παραγραφής του ενάγοντος, που είναι νόμιμη στηριζόμενη στην παρ. 5 του άρθρου 14 ν. 2496/1997 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 320, 321, 522 και 524 ΑΚ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι εφόσον δε συνάγεται διαφορετικά από τη σύμβαση ή τις ειδικές περιστάσεις που τη διέπουν, τόπος εκπλήρωσης της παροχής του πωλητή είναι ο τόπος που έχει την κατοικία του ή την επαγγελματική του εγκατάσταση (άρχικο χρέος), με αίτηση όμως του αγοραστή είναι δυνατό να ζητηθεί η εκπλήρωση της ενοχής σε διαφορετικό τόπο. Στην περίπτωση αυτή ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο, αφότου το πράγμα παραδοθεί για αποστολή, με την έννοια ότι από την ως άνω, μετάσταση του κινδύνου ο αγοραστής, σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής, υποχρεούται να καταβάλλει το ενιαίο τίμημα, το ασφάλιστρο και τα κόμιστρα, ακόμη και αν δεν λάβει το πράγμα, χωρίς να δικαιούται να αποκρούσει τη σχετική αξίωση του πωλητή αντιτάσσοντας την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (άρθ. 374 ΑΚ). Περαιτέρω, ο αγοραστής, αφότου φέρει τον κίνδυνο, δικαιούται τα ωφελήματα (άρθ. 525 ΑΚ) και το περιελθόν στον πωλητή (άρθρο 338 Α Κ), στο οποίο περιλαμβάνεται ιδίως η ασφαλιστική αποζημίωση και η αξίωση κατά τρίτου, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών για αποζημίωση. Εξάλλου, στην περίπτωση που το πωληθέν πράγμα ταξιδεύει με κίνδυνο του αγοραστή, η σχετική ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίζεται είτε από τον πωλητή είτε από τον παραγγελιοδόχο μεταφοράς, είναι σύμβαση που αφορά σε ξένο συμφέρον, δηλαδή αυτό του αγοραστή. Συνεπώς, πρόκειται για γνήσια υπέρ τρίτου κατά το άρθρο 411 ΑΚ, δηλονότι δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι ο τρίτος αγοραστής, καθόσον αυτός υφίσταται τον κίνδυνο ζημίας, δεδομένου ότι ο πωλητής διατηρεί την αξίωσή του για την καταβολή του τιμήματος από την πώληση (βλ. ΕφΘεσ 649/2005 ΕεμπΔ 2005, 750, ΕφΑΟ 555/2005 Επισκ ΕμπΔ 2005, 737). Σε συμφωνία με τα ανωτέρω, με δεδομένο ότι ο ασφαλιστής καταβάλλοντας το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, που ζημιώθηκε, υποκαθίσταται στα δικαιώματά του και ασκεί κατά του τρίτου που ευθύνεται για τη ζημία, την αγωγή που ο ασφαλισμένος θα ασκούσε, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει, σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο, ότι πράγματι ο ασφαλισμένος, τον οποίο αποζημίωσε είναι ζημιωθείς. Εξάλλου, οι αμέσως ανωτέρω ρυθμίσεις, που αναφέρονται στη μετάσταση του κινδύνου στην πώληση έχουν ενδοτικό χαρακτήρα και για το λόγο αυτό, κατά τη σύναψη της πώλησης ή και μεταγενέστερα, είναι έγκυρες αποκλίνουσες συμφωνίες των μερών σχετικά με το χρόνο μετάστασης του κινδύνου, με την έννοια ότι μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο κίνδυνος της αποστολής των πραγμάτων καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς τους βαραίνει τον πωλητή. Κατά το άρθρο 361 ΑΚ μάλιστα, είναι δυνατή η συμφωνία μεταξύ αγοραστή και πωλητή, με την οποία καταργείται η καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης. Η συμφωνία αυτή, μπορεί να λάβει χώρα και μετά την καταστροφή των πωληθέντων πραγμάτων, κατά τρόπο, ώστε ο αγοραστής που φέρει τον κίνδυνο της τυχαίας καταστροφής, να μην υποχρεούται πλέον σε καταβολή του τιμήματος αλλά και να μη δικαιούται τα ωφελήματα από τη μετάσταση του κινδύνου, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα αποζημίωσης έναντι του τρίτου υπευθύνου, που έτσι επανέρχεται στον πωλητή (βλ. ΕφΑΟ 3957/2006 ΕλλΔνη 2008,901).

Από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου που εξετάσθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, από τη με αριθμό 1562/12.02.2010 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ε.Π., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, με πρωτοβουλία της οποίας έλαβε χώρα, μετά από νόμιμη, πριν από δύο (2) εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου της (άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ) και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα δυνάμει του από 01.04.2008 με αριθμό 20011974/20002078 ασφαλιστήριου συμβολαίου, που συνήψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Κ.ΑΕ», η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των χερσαίων μεταφορών ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ανέλαβε έναντι ασφαλίστρου την ασφαλιστική κάλυψη, για λογαριασμό τρίτων, δηλαδή των δικαιούχων των εκάστοτε εμπορευμάτων, από τον κίνδυνο καταστροφής αυτών κατά τις μεταφορές εντός της ελληνικής επικράτειας, που επιμελείται η προρρηθείσα παραγγελιοδόχος εταιρία. Η διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης ορίστηκε από 01.04.2008 μέχρι 01.04.2009, με δυνατότητα παράτασης για περαιτέρω δώδεκα μήνες, ενώ το ασφαλιζόμενο ποσό ορίστηκε μέχρι 146.735.00 € για μεταφερόμενα εμπορεύματα με φορτηγό και μέχρι 293.740,00 € για μεταφερόμενα εμπορεύματα με φορτηγό μετά ρυμουλκούμενου. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η προαναφερόμενη παραγγελιοδόχος εταιρία, σε συμφωνία με τις κάτωθι πωλήτριες εταιρίες και πωλητές φυσικά πρόσωπα: «…», κατήρτισε σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, προκειμένου να μεταφερθούν τα εμπορεύματα τους από την Αθήνα στην Πάτρα, όπου και θα τα παραλάμβανε η παραγγελιοδόχος εταιρία στις εκεί αποθήκες της και θα επιμελούταν την παράδοσή τους στους αγοραστές. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων η ως άνω παραγγελιοδόχος εταιρία κατήρτισε στην Αθήνα, στο όνομά της και για λογαριασμό ενός εκάστου των ως άνω πωλητών, με τον εναγόμενο αντίστοιχες συμβάσεις μεταφοράς, δυνάμει των οποίων ο τελευταίος ανέλαβε έναντι αμοιβής, την οδική μεταφορά των πωληθέντων εμπορευμάτων από την Αθήνα στην Πάτρα. Ακολούθως, ο προστηθείς οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ΠΚΒ 1243 τριαξονικού φορτηγού μετά ρυμουλκούμενου με αριθμό κυκλοφορίας Ρ 20221 ιδιοκτησίας του εναγόμενου, παρέλαβε, σης 14.11.2008, συσκευασμένα τα παραληφθέντα εμπορεύματα από τις αποθήκες της παραγγελιοδόχου εταιρίας. Την ίδια ημέρα και ενώ το προαναφερόμενο φορτηγό με το ρυμουλκούμενο κινούταν επί της ΝΕΟ Αθηνών – Κορίνθου, στο 68ο χλμ., ξέσπασε φωτιά στο πίσω μέρος της καρότσας του φορτηγού, η οποία επεκτάθηκε γρήγορα και είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή των μεταφερόμενων πωληθέντων εμπορευμάτων, τόσο στην καρότσα του φορτηγού όσο και στο ρυμουλκούμενο. Ομοίως εξαιτίας της ανωτέρω πυρκαγιάς καταστράφηκε ολοσχερώς το φορτηγό και το ρυμουλκούμενο (βλ. το αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων της 14.11.2008 της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας). Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την Πυροσβεστική Υπηρεσία Κορίνθου, η οποία έσβησε την πυρκαγιά, η αιτία αυτής παρέμεινε άγνωστη. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στις 15.04.2009. στις 27.04.2009 και στις 11.05.2009, στις ανωτέρω πωλήτριες εταιρίες και φυσικά πρόσωπα τα ακόλουθα ποσά ως ακολούθως, ως αποζημίωση για την αξία των εμπορευμάτων•τους που καταστράφηκαν εξαιτίας της πυρκαγιάς και συγκεκριμένα: «…». Συνολικά κατάβαλε η ενάγουσα το ποσό των 56.214,54 €. Περαιτέρω, όμως, δεδομένου ότι τα ανωτέρω πωληθέντα εμπορεύματα είχαν αποσταλεί με αίτηση των αγοραστών αυτών σε τόπο διαφορετικό του τόπου εκπλήρωσης της παροχής του εκάστου πωλητή, ήτοι από την Αθήνα και προκειμένου για τις εταιρίες «…» από τη Λάρισα, όπου και εδρεύουν και ότι ο κίνδυνος των πωληθέντων πραγμάτων εξαιτίας τυχαίας καταστροφής ή χειροτέρευσης μεταβαίνει από τον πωλητή στον αγοραστή από την παράδοσή τους για αποστολή, σύμφωνα με τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 522 και 525 Α Κ, δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει και της ειδικής προς τούτο αμφισβήτησης του εναγόμενου, ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης της πώλησης μεταξύ εκάστου των πωλητών και των αντίστοιχων αγοραστών συμφωνήθηκε τα πωληθέντα να ταξιδεύσουν με κίνδυνο των πωλητών. Ειδικότερα, προς απόδειξη των ανωτέρω συμφωνιών που συλλήβδην επικαλείται ότι έλαβαν χώρα η ενάγουσα προσκομίζει την προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση της υπαλλήλου της, Ε.Π., κατά την οποία μεταξύ άλλων γίνεται η αναφορά ότι «οι πωλήτριες είχαν τον κίνδυνο της ζημίας των πραγμάτων, με συνέπεια λόγω της καταστροφής τους να υποστούν ζημία ίση με την τιμολογιακή αξία των εμπορευμάτων τους», χωρίς να αναφέρει, η μάρτυρας, από πού έλαβε γνώση αυτής της πληροφορίας, δηλονότι η ίδια στην αρχή της κατάθεσης της αναφέρει ότι την ένδικη υπόθεση τη γνωρίζει από τα έγγραφα του φακέλου της και από συζητήσεις με τον πραγματογνώμονα της εταιρίας «Κ. ΑΕ». Όμως η ενάγουσα στην κρινόμενη υπόθεση δεν προσκομίζει κάποιο έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται, αμέσως ή εμμέσως, η σύναψη, κατά την κατάρτιση των συμβάσεων πώλησης, μεταξύ των ανωτέρω πωλητών και των αγοραστούν τους, ότι τα εμπορεύματα θα μεταφέρονταν με κίνδυνο των πωλητών. Η κατάθεση εξάλλου, της συγκεκριμένης μάρτυρα της ενάγουσας. κλονίζεται από την αναγραφή στα περισσότερα από τα δελτία αποστολών που εξέδωσαν οι περισσότερες από τις ανωτέρω πωλήτριες ότι τα πωληθέντα εμπορεύματα ταξιδεύουν με κίνδυνο του αγοραστή (βλ. σχετικά τα … δελτία αποστολής της εταιρίας «…», … δελτία αποστολής της εταιρίας «…», … δελτίο αποστολής της εταιρίας Χ.Σ. ΑΒΕΕ, και άλλα σχετικά έγγραφα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα υπό αρίθμηση 7, 8, 9, 13, 15, 16, 18, 19, 24, 25, 28, 29, 31, 32, 33, 35, 38, 41, 44, 46, 48, 49, 50 που περιέχουν δελτία αποστολής των περισσοτέρων πωλητριών, όπου αναγράφεται ότι η μεταφορά των εμπορευμάτων γίνεται με ευθύνη του αγοραστή, αναγραφή που δε θα υπήρχε αν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ενώ και στα υπόλοιπα παραστατικά δε γίνεται καμία αναφορά ότι τα εμπορεύματα ταξιδεύουν με κίνδυνο του πωλητή (βλ. σχετικά έγγραφα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα υπό αρίθμηση 4, 10, 11, 12, 14, 17, 20, 21, 23, 26,27, 30, 34, 36, 37, 39, 42, 43, 45, 47, 51, 52, 53, 54). Από τα ανωτέρω ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου για τη μη απόδειξη του αναφερόμενου ισχυρισμού της ενάγουσας στην αγωγή, που επανέλαβε και στις προτάσεις της, προς απόρριψη του περί αοριστίας ισχυρισμού του εναγομένου, ότι κατά τη σύμβαση της πώλησης οι πωλήτριες είχαν τον κίνδυνο της ζημίας των πραγμάτων μέχρι την παράδοση στον αγοραστή. Εξάλλου, η ενάγουσα δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι μεταγενέστερα, ακόμα και μετά την καταστροφή των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, εξαιτίας της πυρκαγιάς, οι πωλητές και οι αγοραστές συμφώνησαν να καταργήσουν τις συμβάσεις πώλησης που κατήρτισαν, με περαιτέρω συνέπεια, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση, την κτήση του δικαιώματος αποζημίωσης έναντι των τρίτων από τους πωλητές. Ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω πωλητές, στους οποίους η ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρία, κατέβαλε τα ως άνω ποσά, ως αποζημίωση δυνάμει της προαναφερόμενης ασφαλιστικής σύμβασης, υπέρ των δικαιούχων των εκάστοτε εμπορευμάτων, που συνήψε με την προρρηθείσα παραγγελιοδόχο εταιρία, έχουν υποστεί ζημία και δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση από τον εναγόμενο μεταφορέα, με περαιτέρω συνέπεια να μην αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, που κατέβαλε σε αυτούς τα ανωτέρα χρηματικά ποσά, υποκαθίσταται σε υφιστάμενα δικαιώματα αποζημίωσης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η ενάγουσα δε νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ περαιτέρω παρέλκει η εξέταση των ανωτέρω ενστάσεων του εναγομένου και της αντένστασης της ενάγουσας.

Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών 244/2011
Πρωτοδίκης: Λουκάς Σελιάχας